Χαριάτης Άγγελος: Ο φούρνος της γειτονιάς

Ήταν καλός άνθρωπος. Είχαν να το λένε στη γειτονιά. Και σπουδαίος στη δουλειά του. Κάθε που βράδιαζε, κατέβαζε τα ρολά του φούρνου, απογοητευμένος για άλλη μια φορά. Του είχε καρφωθεί η ιδέα πως η τύχη τού χρωστούσε και μόνο ένας τρόπος υπήρχε να ξεπληρώσει το χρέος της. Τα πέντε νούμερα και τον πρώτο αριθμό του Τζόκερ. Και όλα αυτά με τη συμπλήρωση μίας και μοναδικής στήλης. Είχε πιστέψει πως από ένα λάθος της μοίρας είχε καταλήξει να φτιάχνει ψωμί, κουλούρια, κέικ και βουτήματα, ακολουθώντας κάπως θολωμένος τα βήματα του Ηπειρώτη πατέρα του. Είχε χαραγμένο στην ψυχή του εκείνο το βασανιστικό ερώτημα: Είναι άραγε αυτός ο προορισμός μου; Για να ακολουθήσει ένα ακόμη: Μέχρι εδώ είμαι ικανός να φτάσω; Η μια σκέψη έφερνε την άλλη, σαν την χάντρα στο κομπολόι, μέχρι να φτάσει στην τελευταία χάντρα, μέχρι να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η τύχη ήταν εκείνη που θα είχε τον τελευταίο λόγο. Εκείνη θα ήταν ο τελικός διακανονιστής, εκείνη θα του έδινε το κλειδί για διαφορετική ζωή.
Ξυπνούσε αχάραγα, έτοιμος να παλέψει με τα ζυμάρια και τον αιώνιο εχθρό των φουρναραίων. Τα ποντίκια: εκείνα τα έξυπνα, άτιμα, μοχθηρά πλάσματα της φύσης είχαν βρει τον τρόπο τους να παρεισφρέουν σαν εκπαιδευμένοι κομάντος στην αποθήκη με τα αλεύρια και να κάνουν πάρτι, που θύμιζαν λουκούλλεια γεύματα.






