Μόσχου Κωνσταντίνα

Ένα πρωί ξύπνησα και η ζωή μου δεν ήταν ίδια. Είχαν περάσει μέσα σε μια νύχτα εφιάλτες ενός άγνωστου κόσμου. Δεν υπήρχαν, λέει, βιβλία, δεν υπήρχαν τέχνες, μονάχα ανθρώπινα μπουλούκια που χοροπήδαγαν πάνω στις στάχτες και τρώγονταν μεταξύ τους, [...]

[...] σε μια μορφή ανθρωποφαγίας αλλόκοτης που υπερέβαινε το ίδιο τους το σώμα κι έφτανε ως τα βάθη των ψυχών. Μαρτύριο από τα λίγα και δεν θυμόμουν αν το είχα ζήσει στ’ αλήθεια ή ήταν απλώς ένα όνειρο.

Πόσο θα ήθελα να ήμουν ένας από αυτούς, να πιάσω ένα κάρβουνο από χάμω στης μαδημένης γης τα χνώτα που κάπνιζαν, και να αρχίσω να σχεδιάζω στους τοίχους λιβάδια κι ελάφια, χλόη κυματιστή σαν θάλασσες, καρδιές τρυφερές σαν νεογέννητου βρέφους… και όχι ηφαίστεια ενεργά κι ακατάληπτα.

Αλλά για να φτάσεις από τη φάση της ηφαιστειακής έκρηξης ως τη λύτρωση της εύφορης γης και ηρεμίας της φύσης, πρέπει να περάσουν χρόνια και χρόνια, αιώνες αργοί, χιλιετίες γεμάτες ερωτηματικά για το μυστήριο που λέγεται άνθρωπος.

Αυτό το μυστήριο προσπαθώ να λύσω και μάλιστα σε τόσο λίγο χρόνο όσο ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων, όσο κρατά μια μικρή ζωή. Παίρνω κάρβουνο από τη γη και γράφω. Ό,τι προλάβω. Μη με ρωτάτε αστόχαστα γιατί το ένα είδος γραφής ή το άλλο. Όλα το ίδιο είναι, τον ίδιο σκοπό υπηρετούν.

Ποια είναι η Κωνσταντίνα Μόσχου

Εκτύπωση