Χαρτογραφώντας το «αστυνομικό» μέσα από τη θεωρία της λογοτεχνίας

του Στράτου Μυρογιάννη*

Η συζήτηση για την κατηγοριοποίηση των ιστοριών που ανήκουν στο αστυνομικό είδος διαρκεί ήδη πολλές δεκαετίες και παρά τις καλές και εμπεριστατωμένες προσπάθειες, δεν έχουμε καταφέρει μέχρι σήμερα να καταλήξουμε σε κάποια κοινά αποδεκτά συμπεράσματα για τις προϋποθέσεις του είδους αλλά και για τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα [1]. Οι λόγοι είναι πολλοί. Από τους πιο βασικούς είναι η ορολογία που έχει διαμορφωθεί στις διάφορες γλώσσες και «σχολές», αλλά και οι διαφορετικές οπτικές των ερευνητών πάνω στο θέμα. Οι πολλοί και διαφορετικοί ορισμοί που έχουν προταθεί τονίζουν κάθε φορά ένα από τα χαρακτηριστικά της αστυνομικής πλοκής αλλά όχι το σύνολό τους. Αν προσπαθήσουμε να ορίσουμε το είδος με έναν πιο αφαιρετικό τρόπο, κινδυνεύουμε να καταλήξουμε σε γενικόλογους ορισμούς χωρίς ακρίβεια, ενώ αν γίνουμε πιο περιοριστικοί, θα χάσουμε πολλές από τις ειδολογικές του εκφάνσεις. Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, η προσπάθεια για διατύπωση ορισμών στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες πολύ συχνά καταλήγει να στοιχειώνει τους ερευνητές ως το Άγιο Δισκοπότηρο της έρευνας. Βέβαια, πολλές φορές δεν υπάρχουν σωστοί και λανθασμένοι τρόποι τυπολόγησης της λογοτεχνικής παραγωγής καθώς η ίδια η λογοτεχνία υπόκειται σε προσωρινές μόνο κατηγοριοποιήσεις και διαμορφώνεται ανάλογα με την ιστορική εποχή, τις προτιμήσεις του κοινού και τη συγγραφική ευαισθησία. Είναι τόσοι πολλοί οι παράγοντες που συνδιαμορφώνουν τον λογοτεχνικό κανόνα και τις επιμέρους ειδολογικές κατηγορίες, που κάθε προσπάθεια να οριστεί αντικειμενικά και απόλυτα σκοντάφτει στις υποκειμενικές μας θεωρήσεις, προκαταλήψεις, προτιμήσεις και κρίσεις.

Παρόλα αυτά, σε ό,τι ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να ορίσουμε την αστυνομική λογοτεχνία ή ό,τι αποκαλούμε crime fiction στον αγγλόφωνο χώρο και στη συνέχεια θα διακρίνουμε κάποιες υποκατηγορίες αυτού του είδους μέσα από το πρίσμα των εξελίξεων των τελευταίων δεκαετιών σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες εξελίξεις στο επίπεδο της θεωρίας της λογοτεχνίας σε μια προσπάθεια να χαρτογραφηθούν οι σύγχρονες τάσεις. Φαίνεται ότι, όπως συμβαίνει και σε άλλα είδη λογοτεχνίας, οι εξελίξεις στην αστυνομική λογοτεχνία ακολουθούν σε κάποιο βαθμό τις εξελίξεις στη λογοτεχνική και πολιτισμική θεωρία.

Οι όροι που έχουν χρησιμοποιηθεί στις διάφορες γλώσσες εστιάζουν σε διαφορετικά χαρακτηριστικά στοιχεία: στον αγγλόφωνο χώρο τονίζεται η έννοια του εγκλήματος στην επιλογή του όρου crime ενώ στον ελληνικό ορισμό τονίζεται η «αστυνομικότητα», (αν υπάρχει αυτή η έννοια) και, πιθανότατα, η αποκατάσταση της τάξης στο τέλος - επιλογή που είναι, ίσως, επηρεασμένη από τη «γαλλική σχολή» του roman policier. Οι διαφορές στην επιλογή των όρων αντανακλούν και τους πολλαπλούς τρόπους τυπολόγησης των ιστοριών που αποτελούν το corpus της αστυνομικής λογοτεχνίας.

Με βάση τις παραπάνω προκείμενες και για να φτάσουμε στη διατύπωση ενός ορισμού, μπορούμε εξαρχής να θέσουμε μια βασική προϋπόθεση ως διακριτική διαφορά: την ύπαρξη ή όχι διερευνητικού παιχνιδιού αναζήτησης και στο επίπεδο της ποιητικής του έργου και από την πλευρά του αναγνώστη. Η ύπαρξη του παιχνιδιού θα πρέπει να συνοδεύεται από τη σκηνοθεσία της πλοκής, να είναι, δηλαδή, το έργο γραμμένο αντίστροφα, πρώτα ο φόνος, το έγκλημα ή μια οποιαδήποτε απώλεια, και μετά η έρευνα για την εξιχνίαση της υπόθεσης. Θα πρέπει να θεματοποιείται, δηλαδή, στο έργο μια προσκλητική δομή, κατά Iser [2], η οποία να είναι δομημένη αντίστροφα ώστε να καλεί τον αναγνώστη να εισέλθει σε μια διαδικασία αναζήτησης της τελικής λύσης. Με βάση αυτές τις προϋποθέσεις είμαστε σε θέση να υποστηρίξουμε πως ό,τι έχει γραφτεί ανάποδα από την πλευρά του συγγραφέα και επιζητεί μέσω της προσκλητικής του δομής έναν λανθάνοντα αναγνώστη (έννοια που, επίσης εν μέρει, αποτελεί κειμενική δομή) για να εξιχνιάσει τον αφηγηματικό γρίφο ανήκει στην αστυνομική λογοτεχνία. Η έννοια του λανθάνοντος αναγνώστη διαμορφώνει το δίκτυο της προσκλητικής δομής, η οποία δομεί την ύπαρξη ενός αποδέκτη, τον οποίο, όμως, δεν ορίζει επακριβώς αλλά επιτρέπει την ερμηνευτική πραγμάτωση του κειμένου από πολλούς και διαφορετικούς, ακόμα και αντιθετικούς, αναγνώστες ή τρόπους ερμηνείας [3]. Αυτή η ποιότητα της αστυνομικής λογοτεχνίας και στο επίπεδο της ποιητικής και στο επίπεδο της αναγνωστικής συμμετοχής, βάζει τον αναγνώστη σε μία θέση έρευνας και αναζήτησης με σκοπό να ψάξει την προϊστορία του έργου, το τι έγινε πριν από την αρχή ενός βιβλίου [4] και, κατά συνέπεια, να εξασκήσει τις ικανότητές του στην ανάλυση, όπως θα έλεγε και ο Edgar Allan Poe [5].

Από την άλλη πλευρά, όταν το παιχνίδι της εξιχνίασης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ειδολογική κατηγοριοποίηση του έργου, έχουμε κατηγορίες έργων, όπως είναι το noir ή το thriller. Δεν αποκλείεται, βέβαια, αυτά τα είδη να αξιοποιούν και στοιχεία ενός παιχνιδιού αναζήτησης. Μια τέτοια διάκριση είναι χρήσιμη διότι το noir, το thriller ή το mystery αποτελούν περισσότερο ένα είδος οπτικής της αφήγησης, ένα ύφος αφήγησης και λιγότερο έναν τρόπο οργάνωσης της αφήγησης ή μια σκηνοθεσία της πλοκής. Έτσι, λοιπόν, για να καταλήξουμε σε έναν ορισμό, δεχόμαστε ότι αστυνομική λογοτεχνία ή crime fiction ή polar είναι ό,τι έχει γραφτεί αντίστροφα και, επίσης, ό,τι παροτρύνει τον αναγνώστη, αφού έχει γραφτεί αντίστροφα, να το διαβάσει και διερευνητικά με μια διάθεση αναζήτησης στοιχείων που λείπουν εξαρχής επίτηδες από την πλοκή.

Με βάση αυτόν τον ορισμό μπορούμε στη συνέχεια να ξεχωρίσουμε κάποιες κατηγορίες αστυνομικών ιστοριών, οι οποίες δεν περιορίζονται μόνο σε γεωγραφικού τύπου διακρίσεις, όπως είναι οι αναφορές σε «σκανδιναβικό», «μεσογειακό» και «λατινοαμερικάνικο» αλλά και σε άλλες κατηγορίες με βάση κυρίως την επιρροή της θεωρίας της λογοτεχνίας στη λογοτεχνική παραγωγή. Έτσι, θα διακρίνουμε θεματικές παραλλαγές που έχουν επηρεαστεί από συγκεκριμένους θεωρητικούς προβληματισμούς ή αφηγηματολογικούς πειραματισμούς με κύρια χαρακτηριστικά την αυτοαναφορικότητα και τον ρόλο του αναγνώστη. Ας αρχίσουμε, όμως, από γεωγραφικού τύπου κατηγορίες αφού αποτελούν προσφιλές θέμα και της εγχώριας παραγωγής και αγοράς.

Τα τελευταία χρόνια η σχετική κριτική στη χώρα μας έχει ασχοληθεί εκτενώς με τις γεωγραφικές κατηγοριοποιήσεις της αστυνομικής λογοτεχνίας που προέρχεται από τον μη αγγλόφωνο χώρο και έχει γίνει γνωστή από μεταφράσεις. Η γοητεία αυτής της λογοτεχνικής παραγωγής πηγάζει, ανάμεσα σε άλλα, από την ανοικείωση που προσφέρει ως αναγνωστική απόλαυση, αφού ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με διαφορετικά περιβάλλοντα και κουλτούρες μέσα σε ένα γνώριμο πλαίσιο αστυνομικής πλοκής. Σε αυτό το άρθρο αναγκαστικά θα εστιάσουμε σε κάποιες μόνο από τις κατηγορίες των τελευταίων δεκαετιών, αφήνοντας σε μια μελλοντική ευκαιρία μία συνέχεια του θέματος.   

Αν και δεν εντάσσεται από πολλούς στις γεωγραφικές κατηγορίες των τελευταίων δεκαετιών, η ψυχογραφική «γαλλική σχολή» (μαζί με την αγγλική που θα αναλύσουμε σε άλλη ευκαιρία) είναι μία από εκείνες που άσκησαν ιδιαίτερη επιρροή στην ελληνική αστυνομική λογοτεχνία και ειδικότερα στα έργα του Γιάννη Μαρή [6]. Είναι η σχολή του polar (και του neo-polar) ή του roman policier. Αυτή η σχολή έχει επηρεάσει και πολιτισμικά την ελληνική κουλτούρα και γλώσσα, αρκεί να θυμηθούμε την επιρροή του χαρακτήρα του Fantômas των Marcel Allain και Alain Souvestre, αλλά και την παγκόσμια επιρροή της Série Noire στη σχετική λογοτεχνική και κινηματογραφική παραγωγή. Δεσπόζουσα μορφή της «γαλλικής σχολής» είναι ο Maigret του Simenon. Επίσης, δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε στη συγγραφική παραγωγή του Daniel Pennac και της Fred Vargas με την εφευρετική χρήση των διαλόγων και τη σύνθετη πλοκή που συνδυάζει τα οικογενειακά στερεότυπα με τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα.  

Εκτός από τη «γαλλική σχολή» μία άλλη γεωγραφικού τύπου κατηγοριοποίηση είναι το «μεσογειακό» αστυνομικό, το οποίο έχει κατηγοριοποιηθεί ως τέτοιο επειδή «αντικαθιστά τα μελανά και ομιχλώδη περιβάλλοντα των βόρειων χωρών με το μεσογειακό φως και τα χρώματα της Μεσογείου» [7]. Είτε διαφωνεί κανείς με τον παραπάνω ορισμό είτε συμφωνεί, αυτό το είδος αξιοποιεί θεματικά κάποιες από τις δεσπόζουσες κουλτούρες που συνοδεύουν τον ιταλικό κυρίως τρόπο ζωής (αλλά όχι μόνο), όπως είναι η κουλτούρα του φαγητού, οι στενές διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις των μικρότερων κοινωνιών και οι εμμονές των ανθρώπων με κάποιες χαριτωμένες συνήθειες που έχουν σχεδόν τελετουργική σημασία. Το παράδειγμα του Andrea Camilleri είναι από τα πιο γνωστά και αντιπροσωπευτικά. Λιγότερο γνωστή στον αγγλόφωνο χώρο είναι η Laura Grimaldi. Ας μην ξεχνάμε εδώ και την κινηματογραφική παράδοση του Poliziotteschi στη γειτονική χώρα στις δεκαετίες του 1960 και 1970. Στο ίδιο πλαίσιο του «μεσογειακού» αστυνομικού και με παρεμφερή χαρακτηριστικά κινείται και η αστυνομική λογοτεχνική παραγωγή στην Ισπανία κυρίως με τον Manuel Vásquez Montalbán και τον Arturo Perez-Reverte. Ειδικότερα, ο Montalbán μάς ταξιδεύει στις γειτονιές της Βαρκελώνης του 20ού αιώνα με οδηγούς τις γαστριμαργικές του προτιμήσεις και τις κοινωνικές του αντιλήψεις.  

Τις τελευταίες δεκαετίες και στην εγχώρια αγορά αλλά και παγκοσμίως έχει κερδίσει την προσοχή του κοινού αυτό που ονομάζουμε «σκανδιναβικό» αστυνομικό με εκπροσώπους, ανάμεσα σε άλλους, τον Mankell, τον Larsson, τον Nesbo (και τον λιγότερο γνωστό στην Ελλάδα αλλά γνωστό εκτός Ισλανδίας Arnaldur Indridason). Οι σκανδιναβοί συγγραφείς δίνουν ιδιαίτερη προσοχή σε μία πλοκή που αξιοποιεί στοιχεία του noir αλλά επιχειρεί και μια έμμεση ή, σε κάποιες περιπτώσεις, άμεση κριτική στις κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες των σκανδιναβικών χωρών και στις παθογένειες αυτών των κοινωνιών [8].

Εκτός, όμως, από τις γεωγραφικές κατηγοριοποιήσεις μπορούμε να διακρίνουμε και κάποιες κατηγορίες με θεματικά κριτήρια. Αυτές οι κατηγορίες τις τελευταίες δεκαετίες πλαισιώνονται από τη θεωρία της λογοτεχνίας και οριοθετούνται από το είδος των μυθοπλαστικών χαρακτήρων αλλά σε κάποιες περιπτώσεις και των συγγραφέων. Έτσι, επηρεασμένη από τα gender studies του 20ού αιώνα είναι η γυναικεία παράδοση ή νόρμα στο αστυνομικό είδος [9], η οποία αξιοποιεί ό,τι στερεοτυπικά χαρακτηρίζουμε γυναικεία φύση και αφορά τη σκιαγράφηση γυναικείων λαγωνικών. Φυσικά, μια τέτοιου είδους πρωτοβουλία δεν αφορά ούτε περιορίζεται σε γυναίκες συγγραφείς αφού πρόκειται για σκιαγράφηση ρόλων και μίμηση ύφους. Το ενδιαφέρον σε αυτήν την κατηγορία είναι ότι ξεκινάει από πολύ παλιά, ήδη από το 1864 με το The Female Detective του Andrew Forester και δείγματα του είδους δεν έχουν σταματήσει να εμφανίζονται με περισσότερο γνωστές περιπτώσεις τη Miss Marple της Agatha Christie, την Harriet Vane της Dorothy Sayers και την Kinsey Millhone της Sue Grafton. Η θεματοποίηση γυναικών στον ρόλο του detective, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες, συνεπάγεται και τη θεματοποίηση μίας σειράς ειδικότερων ζητημάτων που σχετίζονται με τις γυναίκες, όπως είναι το θέμα της μητρότητας, η βία κατά των γυναικών και η συλλογική δράση κατά του εγκλήματος, όπως στο Faithless (2005) της Karin Slaughter. Συνολικά, αυτή η γυναικεία παράδοση του αστυνομικού έχει εξελιχθεί σε ένα ενδιαφέρον υπό-είδος με ολοκληρωμένους χαρακτήρες και θέματα που εστιάζουν σε κοινωνικά ζητήματα από μία γυναικεία οπτική, θεματοποιώντας και μία επιρροή από τα gender studies και την αντίστοιχη θεωρία.

Μία ακόμη θεματική κατηγορία, που έχει επηρεαστεί από τα gender studies, συνιστούν τα έργα που παρουσιάζουν μαύρους πρωταγωνιστές. Ήδη στα έργα του Edgar Allan Poe αλλά και στα έργα του Sir Arthur Conan Doyle υπάρχουν τέτοιου είδους χαρακτήρες, οι οποίοι έχουν συνήθως δευτερότριτους ρόλους, όπως π.χ. του υπηρέτη ή του βοηθού κάποιου σημαντικού ή πλούσιου προσώπου. Αργότερα, στις δεκαετίες του ’20, του ‘30 αλλά και του ’40 εμφανίζονται συγγραφείς που χρησιμοποιούν μαύρους πρωταγωνιστές για να αναδείξουν κοινωνικά θέματα και προβλήματα, τα οποία συχνά σχετίζονται με τα δικαιώματα των μειονοτήτων [10]. Στο σύγχρονο αστυνομικό αφήγημα (μετά το 1980) μαζί με την πλοκή, που αξιοποιεί μαύρους στους βασικούς ρόλους του detective και των θυμάτων, υπάρχει και η κουλτούρα, η ιστορία, οι παραδόσεις και το πολιτισμικό υπόβαθρο των κοινοτήτων των μαύρων της Αμερικής (κυρίως) που υποστηρίζει θεματικά αυτές τις ιστορίες αλλά και υποστηρίζεται θεωρητικά και από την ανάπτυξη των cultural studies στο πεδίο της θεωρίας.

Στο ίδιο πλαίσιο της διαπλοκής μεταξύ λογοτεχνικής και πολιτισμικής θεωρίας και συγγραφικής παραγωγής, εμφανίζεται (ενισχυμένη από τη μεταποικιακή θεωρία) η θεματική που αξιοποιεί ήρωες, χαρακτήρες και ιστορίες εμπνευσμένες από τη ζωή στις χώρες που αποτελούσαν σε παλαιότερες εποχές αποικίες άλλων ισχυρότερων κρατών. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτών των ιστοριών είναι οι αμφιλεγόμενες μέθοδοι της αστυνομίας και ο χαρακτήρας του detective, ο οποίος διαθέτει αυτό που ο Homi Bhabha, ο βασικός θεωρητικός της μεταποικιακής θεωρίας, ονομάζει υβριδικότητα και είναι μια μείξη δυτικών και αποικιακών νοοτροπιών, ιδεών και αντιλήψεων [11]. Αυτή η υβριδικότητα ισχύει φυσικά και για την καταγωγή των συγγραφέων αφού οι περισσότεροι είναι λευκοί που έζησαν ή ζουν σε κάποια πρώην αποικιακή χώρα.

Σε ένα συναφές θεωρητικό πλαίσιο, που σχετίζεται με την αποδόμηση και τον μεταμοντερνισμό και αξιοποιεί αφηγηματολογικές δυνατότητες, μπορούμε να ορίσουμε μία κατηγορία, διακριτή από τις θεματικές ομάδες, στην οποία ανήκει το «μεταφυσικό» ή μεταμοντέρνο αστυνομικό, το οποίο παρωδεί τις συμβάσεις του είδους και σε πολλές περιπτώσεις θεματοποιεί ή και ανατρέπει τα βασικά χαρακτηριστικά της αστυνομικής πλοκής [12]. Αυτό που ξεχωρίζει το μεταφυσικό είδος από το κλασικό αστυνομικό είναι η απουσία ή η παραλλαγή της τελικής λύσης και ο ρόλος που επιφυλάσσει στον αναγνώστη. Η διαμόρφωση του συγκεκριμένου είδους είναι εμπνευσμένη από τους αφηγηματολογικούς πειραματισμούς του Borges, του Nabokov και άλλων, που οδήγησαν στην αλλαγή του αστυνομικού παραδείγματος ώστε αυτό να γίνει πιο αυτοαναφορικό, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση εκλαμβάνεται ως συνώνυμο του μεταφυσικού αλλά και του μεταμοντέρνου. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Borges, ο Nabokov και άλλοι μπορούν να θεωρηθούν ως πρόδρομοι του μεταφυσικού αστυνομικού, καθώς αξιοποιώντας αφηγηματολογικά εμπνεύσεις που θεματοποιούσαν σε ακραίο βαθμό την αυτοαναφορικότητα, προκάλεσαν σταδιακά μια αλλαγή παραδείγματος στην αστυνομική λογοτεχνία, επιβεβαιώνοντας το σχετικιστικό αλλά ευφυές σχόλιο του Eco ότι «κάθε εποχή διαθέτει τον μεταμοντερνισμό της» [13].

Αυτό ισχύει και για παλαιότερες εποχές αφού ίχνη και ενδείξεις «μεταμοντερνιστικών» τεχνασμάτων πριν από τον μεταμοντερνισμό μπορούμε να εντοπίσουμε σε αστυνομικές ιστορίες ήδη από την εποχή του Poe καθώς έχουμε έργα που παίζουν με τις συμβάσεις του είδους. Πρώτο και αντιπροσωπευτικό ανάμεσα σε αυτά Το Κλεμμένο Γράμμα του Poe με το αφηγηματικό τέχνασμα (αλλά και σε μεγάλο βαθμό αυτοαναφορικό κειμενικό τέχνασμα με βάση τις έξυπνες αναγνώσεις του Lacan, του Derrida και της Johnson) της απόκρυψης-έκθεσης, με την τοποθέτηση ενός γράμματος σε κοινή θέα με σκοπό την απόκρυψή του. Εκτός από το παιχνίδι απόκρυψης-αποκάλυψης του ίδιου του γράμματος στο επίπεδο της πλοκής, το τέχνασμα έχει και προεκτάσεις στο επίπεδο του μύθου, θεματοποιώντας τον ρόλο του αναγνώστη. Στη χρονικότητα της ανάγνωσης εμείς ως αναγνώστες δεν μαθαίνουμε ποτέ το περιεχόμενο του γράμματος, συμμετέχοντας, έτσι, ως «θύματα» αλλά και ως detectives-αναγνώστες σε μία διαδικασία απόκρυψης και εξιχνίασης-καταδικασμένης-να-αποτύχει ανάλογης με εκείνη στο επίπεδο της πλοκής.

Επίσης, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα υπάρχει το τέχνασμα του «λιγότερου ύποπτου χαρακτήρα» στο The Murder of Roger Ackroyd (1926) της Agatha Christie, στο οποίο έχουμε έναν αναξιόπιστο αφηγητή, ο οποίος διαθέτει διπλό ρόλο στην υπόθεση και έτσι προσωρινά κρύβει τη μία από τις δύο ιδιότητές του, ένα τέχνασμα που αξιοποιήθηκε και από τον αναξιόπιστο αφηγητή Kinbote στο Pale Fire (1963) του Nabokov και έχει θεματοποιηθεί πολλαπλώς μέχρι σήμερα. Δεν είναι τυχαίο ότι και τα δύο τεχνάσματα, αφηγηματικά φέρνουν στα όρια τις συμβάσεις του είδους. Ένα διαφορετικό τέχνασμα σχετίζεται με ζητήματα ταυτότητας, ετερότητας και πλαστοπροσωπίας. Για να μην ξεχνάμε και τις εκλεκτικές συγγένειες της εγχώριας παραγωγής με τα αντίστοιχα έργα της εσπερίας, να θυμίσουμε ότι στο Les Gommes, 1953 (The Erasers, 1958) του Alain Robbe-Grillet, ο πράκτορας Wallas σκοτώνει τον άνθρωπο, τον φόνο του οποίου διερευνούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή, αφού τον θεωρούσε νεκρό. Αυτό το τέχνασμα θυμίζει τα ζητήματα ταυτότητας στις ιστορίες του Γιάννη Μαρή, όπως στο Έγκλημα στο Κολωνάκι (1953) αλλά θεματοποιείται και στο Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου του Βιζυηνού με τον άδικο θάνατο του Χρηστάκη από τον Κιαμήλ αφού ο τελευταίος θεωρεί ότι σκοτώνει τον Χαραλάμπη χωρίς να ξέρει ότι ο ταχυδρόμος Χαραλάμπης έχει δώσει πονηρά τη θέση του και τη στολή του στον Χρηστάκη.

Εξίσου αντιπροσωπευτικό και πολυχρησιμοποιημένο παράδειγμα είναι η περίπτωση του Paul Auster και της τριλογίας του, New York Trilogy (1985). Πρόκειται για ένα έργο που θεματοποιεί σε ακραίο βαθμό ζητήματα διακειμενικότητας (το παιχνίδι με τον Δον Κιχώτη), ταυτότητας και ετερότητας, όπως επίσης και τον ρόλο του αφηγητή και τα επίπεδα της πλοκής σε σημείο που να έχει χαρακτηριστεί ως metamystery. Επίσης, ας μην ξεχνάμε τη μεσαιωνικής έμπνευσης μεταμυθοπλασία του Hawksmoor (1985) του Peter Ackroyd, αλλά και το The Real Life of Sebastian Knight (1941) του Nabokov, στο οποίο η επεξεργασία παρόμοιων ζητημάτων καταλήγει στο «I am Sebastian, or Sebastian is I, or perhaps we both are someone whom neither of us knows» [14]. Σε αυτές τις υποκατηγορίες του μεταφυσικού πρέπει να προσθέσουμε και ό,τι έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε historiographical metafiction (ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία), όπως είναι Το Όνομα του Ρόδου του Umberto Eco. Αν και μια συνολική κατηγοριοποίησή του στην αστυνομική λογοτεχνία παραμένει ακόμα αμφίβολη, δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε από τέτοιου είδους μεταμοντέρνα τεχνάσματα και παιχνίδια το έργο του Georges Perec La Disparition, 1969 (A Void, 1995) με τη μυστηριώδη εξαφάνιση του γράμματος e από το έργο [15], τέχνασμα που αξιοποιεί στο έπακρο μέσα στην πλοκή (αλλά και τον μύθο) την αυτοαναφορικότητα σε πολλαπλά επίπεδα. Συνεπώς, διαπιστώνουμε ότι το ενδιαφέρον με τα μεταφυσικά ή μεταμοντέρνα αστυνομικά είναι ο ρόλος που επιφυλάσσουν στον αναγνώστη, ο οποίος πολύ συχνά γίνεται είτε ο detective της υπόθεσης είτε το θύμα της.

Κλείνοντας, επιχειρήσαμε να ορίσουμε το είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας υπό το πρίσμα των εξελίξεων των τελευταίων δεκαετιών, αλλά και την επιρροή της θεωρίας της λογοτεχνίας. Φαίνεται ότι σε πολλές περιπτώσεις η πολιτισμική και λογοτεχνική θεωρία έχει λειτουργήσει ως θεματικό πλαίσιο για τη συγκεκριμενοποίηση αντίστοιχων προβληματισμών στο επίπεδο της λογοτεχνικής παραγωγής. Μια τέτοια χαρτογράφηση του χώρου σε πολλές περιπτώσεις μοιάζει με έρευνα σε μία terra incognita. Τονίσαμε ότι οι εύκολες κατηγοριοποιήσεις σε «σκανδιναβικά», «μεσογειακά» και «λατινοαμερικάνικα» αστυνομικά δεν βοηθούν να εντοπίσουμε τις πιο σύνθετες εκφάνσεις του είδους και τις διαφορετικές μορφές που έχει πάρει τις τελευταίες δεκαετίες. Η γεωγραφική τυπολόγηση δεν βοηθάει και για έναν ακόμα λόγο: γιατί πλέον σήμερα για λόγους marketing ή και για άλλους που σχετίζονται με την παραγωγή, την προώθηση και την αγορά του βιβλίου, το noir ή το thriller δεν προβάλλονται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις χώρες με αποτέλεσμα συχνά ως noir ή thriller να εννοούμε και να αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά πράγματα σε Γερμανία, Αγγλία, Αμερική και Κίνα ή Αργεντινή [16]. Αυτή η εξέλιξη μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε ειδολογικές παραλλαγές ή ακόμα και διαφορετικές κατηγοριοποιήσεις έργων αλλά και γενικότερα του αστυνομικού στο μέλλον, όπως έχει ήδη γίνει με τις γεωγραφικές κατηγορίες.  

Όπως αναφέραμε και στην αρχή το πώς θα ονομάσουμε τα πράγματα σχετίζεται με το είδος των ιστοριών που θα κερδίσουν το αναγνωστικό κοινό, τι θα επηρεάσει τους μεταγενέστερους και πώς ενσωματώνει η κάθε εποχή στον λογοτεχνικό και αστυνομικό κανόνα τα νέα έργα. Και όλα αυτά υπόκεινται πάλι στους κανόνες της αγοράς και σε άλλους παράγοντες που σχετίζονται με την κριτική, την προβολή των έργων και την ανάγνωση. Τέλος, σε ποια κατηγορία θα εντάξουμε τα νεοεμφανιζόμενα πειραματικά «υβρίδια» του είδους, δηλαδή τα αφηγήματα μέσω twitter ή μέσω sms; Η παιδική και εφηβική αστυνομική λογοτεχνία σε ποια κατηγορία ανήκει; Και, επιπλέον, ίσως στο μέλλον δούμε να εμφανίζονται αστυνομικά με πρωταγωνιστές μετανάστες, πρόσφυγες και ανθρώπους της διασποράς, αντανακλώντας έτσι τις αλλαγές στις κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες του παρόντος. Όλοι αυτοί είναι προβληματισμοί που περισσότερο εμπλουτίζουν τα κριτήρια και τις υπάρχουσες κατηγορίες, παρά μας περιορίζουν. Ωστόσο, μέχρι να αποκρυσταλλωθούν και να ενταχθούν σε ό,τι ονομάζουμε λογοτεχνικό κανόνα, η απόσταση που θα μας χωρίζει από κάποιους, έστω ατελείς, ορισμούς θα είναι μεγάλη. Τέλος, ας αναλογιστούμε πως ό,τι σήμερα ονομάζουμε αστυνομική λογοτεχνία, πριν από κάποιες δεκαετίες είχε θεωρηθεί παραλογοτεχνία. Αυτό αρκεί για να αντιληφθούμε ότι οι ορισμοί δίνονται για να αναιρούνται όταν αλλάξουν οι συνθήκες που τους διαμόρφωσαν και για να αντικαθίστανται από καλύτερους όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν.

Υποσημειώσεις

[1] Για μία σχετικά αναλυτική παρουσίαση των προσπαθειών για την τυπολόγηση της αστυνομικής λογοτεχνίας, βλ. και Μυρογιάννης 2012: 27-36.

[2] Iser 1978: 58, 290.

[3] Iser 1980: 37.

[4] Rzepka 2005: 36 -37

[5] Rzepka 2010: 3. Ωστόσο, και ο Rzepka αδυνατεί να ορίσει το είδος με επιτυχία και αντί αυτού παραδέχεται την αδυναμία ενός ορισμού-ομπρέλα που θα κάλυπτε όλες τις παραμέτρους.

[6] Marcou 2016: 103-117.

[7] Reynolds 2006: 7-12.

[8] Μικρότερη αλλά σημαντική επιρροή όχι τόσο στην εγχώρια παραγωγή αλλά στην παγκόσμια σκηνή είχαν και κάποιοι Ελβετοί συγγραφείς, όπως ο Friedrich Dürrenmatt, του οποίου τα έργα κυκλοφορούσαν σχετικά γρήγορα σε μεταφράσεις στον αγγλόφωνο χώρο. Ωστόσο, οι Ελβετοί συγγραφείς δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν κάποια «σχολή» σε αντίθεση με τους γάλλους ή τους σκανδιναβούς συναδέλφους τους.

[9] Gavin 2010: 258.

[10] Bailey 2010: 274.

[11] Christian 2010: 285.

[12] Merivale - Sweeney 1999: 2.

[13] Eco 1984: 530

[14] Nabokov 1996: 160

[15] Merivale 2010: 317

[16] Buhlert 2013.

Βιβλιογραφία

Bailey, Frankie (2010), «African - American Detection and Crime Fiction» στο Charles J. Rzepka και Lee Horsley, A Companion to Crime Fiction, Wiley-Blackwell, West Sussex, 2010, σ. 270-282.

Buhlert, Cora (2013), The Evolution of the Crime Genre στο http://corabuhlert.com/2013/02/25/the-evolution-of-the-crime-genre/.

Christian, Ed (2010), «Ethnic Postcolonial Crime and Detection (Anglophone)» στο Charles J. Rzepka και Lee Horsley, A Companion to Crime Fiction, Wiley-Blackwell, West Sussex, 2010, σ. 283-295.

Eco, Umberto (1984), The Name of the Rose [1980] Trans. William Weaver. New York, Harcourt, Brace, Jovanovich.

Gavin, Adrienne E. (2010), «Feminist Crime Fiction and Female Sleuths» στο Charles J. Rzepka και Lee Horsley, A Companion to Crime Fiction, Wiley-Blackwell, West Sussex, σ. 258-269.

Iser, Wolfgang (1978), The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett (Baltimore-London), The Johns Hopkins University Press.

Iser, Wolfgang (1980), The Act of Reading, (Baltimore-London), The Johns Hopkins University Press.

Marcou, Loïc (2016), «Αναφορές στη γαλλική κουλτούρα στο έργο του Γιάννη Μαρή» στο 18 κείμενα για τον Γιάννη Μαρή. Ο άνθρωπος, το έργο, η εποχή, Αθήνα, Πατάκης, σ. 103-117.   

Merivale, Patricia - Susan Elizabeth Sweeney (eds.) (1999), Detecting Texts: The Metaphysical Detective Story from Poe to Postmodernism, Philadelphia, University of Pennsylvania Press.

Merivale, Patricia (2010), «Postmodern and Metaphysical Detection» στο Charles J. Rzepka και Lee Horsley, A Companion to Crime Fiction, Wiley-Blackwell, West Sussex, 2010, σσ. 308-320.

Μυρογιάννης, Στράτος (2012), Από τις ιστορίες μυστηρίου στην αστυνομική πλοκή. Αναζητώντας την εμφάνιση ενός αινιγματικού είδους στον ελληνικό 19ο αιώνα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια.

Nabokov, Vladimir (1996), The Real Life of Sebastian Knight [1941] στο Novels and Memoirs 1941-1951, σ. 3-160, New York, Library of America.

Reynolds, Michael (ed.) (2006), Black and Blue: An Introduction to Mediterranean Noir, New York, Europa Editions, σ. 7-12.

Rzepka, Charles J. (2005), Detective Fiction, Cambridge, Polity Press.

Rzepka, Charles J. (2010), «Introduction: What Is Crime Fiction?» στο Rzepka, Charles J. και Horsley, Lee, A Companion to Crime Fiction, Wiley-Blackwell, West Sussex.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση αστυνομικής λογοτεχνίας
«The Crimes and Letters Magazine» (CLM), τχ.1, Δεκέμβριος 2016, σσ. 25-31

*Ο Στράτος Μυρογιάννης διδάσκει στο ΕΑΠ Θεωρία Λογοτεχνίας και Δημιουργική Γραφή.

Εκτύπωση